24 Απριλίου 2018
   Διαβάστε αυτή την εβδομάδα 
Hλίας Κότσαλης

Hλίας Κότσαλης

                                  ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Παλλημνιακό Σχολικό Ταμείο και ο Σύλλογος Φίλων της Παλιάς Μητρόπολης, διοργανώνουν τριήμερες θρησκευτικές και μορφωτικές εκδηλώσεις, ως εξής:

  1. Λαμπροδευτέρα 9-4-2018 και ώρα 18.30, Εσπερινός στο Ναό της Παναγιάς, στο Αγρόκτημα της Παλλημνιακής Μητρόπολης.
  2. Λαμπροτρίτη 10-4-2018 και ώρα 07.30, Θεία Λειτουργία στον ίδιο Ναό.
  3. Λαμπροτετάρτη 11-4-2018 και ώρα 19.30, μορφωτική εκδήλωση, με τίτλο «Καταλαβαίν’ς ρωμέϊκα;» και θέμα το λημνιακό γλωσσικό ιδίωμα, μέσα από τη ματιά και το λόγο του Χρήστου Κολλερού. Η εκδήλωση αυτή θα πραγματοποιηθεί στον πολυχώρο «Αποθήκη» στο λιμανάκι της Μύρινας.

 

Καλούμε όσους επιθυμούν, να τις παρακολουθήσουν.

 

 

Ο Πρόεδρος του Παλλ/κού      Ο Πρόεδρος του Συλλόγου

Σχολικού Ταμείου                       Φίλων της Π. Μητρόπολης

Χρίστος Κακαρνιάς                     Αργύρης Τραμοντάνης

Κυριακή, 08 Απριλίου 2018 09:59

Ολη η Ελλαδα, ενα !!!

Ο Λημνιος, απο το Πεδινο, π. Δημήτρης Αμπανάβας, Λειτουργεί στην Κρήτη, εδώ και αρκετά χρόνια και από εκει είναι η αναρτημένη στο διαδίκτυο η παραστατική αυτή  φωτογραφία  μαζί με  το  κείμενο:

ΔΕΥΤΕ ΛΑΒΕΤΕ ΦΩΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΝΕΣΠΕΡΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΑΤΕ ΧΡΙΣΤΟΝ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΑΝΤΑ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ ! ! ! ! ! ! ! ! ! ! ! ! ! ! !

Κυριακή, 08 Απριλίου 2018 09:27

Η ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙ...

Η μοναξιά του Ταξί, που αλλιώς είναι μαθημένο στην  πολύβουη Πλατεία ΚΤΕΛ, είναι εμφανής…  σήμερα, τη μέρα το Πάσχα, όχι για μια κούρσα  αλλά για την εξυπηρέτηση, των λίγων εκείνων, που, πια,  δεν διαθέτουν ρόδα…

ΣΤΟΝ ΤΑΞΙΤΖΗ  ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥΣ ΕΧΕΙ ΒΑΡΔΙΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ … ΣΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !!!

Σάββατο, 07 Απριλίου 2018 13:10

ΞΕΧΩΡΙΣΕ ΤΩΝ ΤΣΙΜΑΝΔΡΙΩΝ !

Είναι πράγματι πολυ δύσκολο να επιλέξεις τον πιο καλά στολισμένο Επιτάφιο, κάτι που από  παλιά, παραδοσιακά θα λέγαμε,  ήταν ένα ζήτημα.

Σε αυτό το δύσκολο ερώτημα η εύκολη απάντηση είναι η επιλογή να γίνει με εκείνα τα "αντικειμενικά" κριτήρια που βγάζουν ως καλύτερο…  του Χωριού μας !

Παντως ρωτώντας και βάζοντας κάποια κριτήρια τύπου ΑΣΕΠ, μπορούμε να πούμε ότι ο επιτάφιος των Τσιμανδρίων παίζει γερά, με την έντονη χρωματική του παρουσία.

φωτογραφία Ελ. Δημάρη.   

Σάββατο, 07 Απριλίου 2018 12:49

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΜΑΣ ΜΕ ΑΝΑΝΕΩΜΕΝΟ ΦΩΤΙΣΜΟ !

Με το που μπήκε η Μεγάλη Βδομάδα,   τα σβησμένα για μεγάλα διαστήματα μες  το χειμώνα φώτα του Κάστρου της Μύρινας,  ξανάναψαν σε καθημερινή βάση.

Ευχάριστα διαπιστώσαμε ότι ο φωτισμός των τειχών αυτού του επιβλητικού Φρουρίου της Λήμνου, που το περασμένο καλοκαίρι είχε γίνει ιδιαίτερα ελλιπής, ήταν σαφώς βελτιωμένος.

Προφανώς,  και ήταν απολύτως αναγκαίο , ο Δήμος φρόντισε να αντικατασταθούν σβησμένες  και σπασμένες λάμπες και  έτσι  να αναδεικνύεται και μέσα στη νύχτα η συνέχεια των τειχών… και το μεγαλειώδες ιστορικό μνημείο!   

Στην πρόσφατη φωτογραφία μας  το αντικαθρέφτισμα στη γαλήνια Θάλασσα του  Ρωμαίικου δίνει μια ακόμη πιο εντυπωσιακή εικόνα,  αυτού του εξαιρετικού και μοναδικού Μνημείου του Αιγαίου !

Παρασκευή, 06 Απριλίου 2018 21:08

Το πασχαλινό αρνί

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης

 Ο παππούς μου ήταν ένας νοικοκύρης και φιλήσυχος άνθρωπος στο χωριό. Εργατικός, δε φοβόταν τις σκληρές γεωργικές δουλειές. Θυμάμαι πόσο δυνατός ήταν, μπορούσε να σηκώσει πολύ εύκολα ένα τσουβάλι γεμάτο με σιτάρι 100–120 κιλά και να το κουβαλάει στον ώμο του.

 

Μια μέρα, ένα μήνα πριν το Πάσχα, έφερε στο σπίτι ένα κάτασπρο πανέμορφο πρόβατο.

 

-      Πού το βρήκες;         Τον ρώτησε η γιαγιά.

-      Το κέρδισα. Έγινε λοταρία στο καφενείο, και ο κλήρος έπεσε σε μένα.

 

Όλοι χαρήκαμε, ιδίως εμείς τα παιδιά, που αποκτήσαμε ακόμα έναν φίλο. Μέχρι τότε παίζαμε με την καφετιά κατσίκα, με τον τεμπέλη το σκύλο τον Αζόρ, και τη γάτα την Σίσυ με τις ασπρόμαυρες βούλες στην πλάτη.

 

Ο μόνος που στενοχωρήθηκε, ήταν ο παππούς. Όταν ο καφετζής ο κυρ-Αντρέας έφερε και του παρέδωσε το αρνάκι, του ευχήθηκε

 

-      Άιντε, τυχερός ήσουν!

 

Ο παππούς όμως δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του.

 

-      Άκου δω φίλε μου. Πρώτο και κύριο, τι να το κάνω εγώ ένα ολόκληρο πρόβατο;…

-    Αστειεύεσαι; Πάσχα έρχεται. Με ένα αρνί δώδεκα κιλά θα τρώτε μια βδομάδα κρέας...

 

Ο παππούς όμως συνέχισε πιο σοβαρά.

-    Άκου να σου πω. Πρέπει να ξέρεις ότι εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν έχω σηκώσει μαχαίρι σε ζωντανό.

-      Αυτό σε στενοχωρεί; Μη σε νοιάζει. Δεν είναι τίποτα!

Τη Μεγάλη Παρασκευή πρωί-πρωί θα’ ρθω να το σφάξω εγώ.

Μείνε ήσυχος!

 

Ο παππούς όμως με βαριά καρδιά τράβηξε απ’ το σχοινί το πρόβατο και το έφερε στο σπίτι. Πήγε και το έδεσε στην άκρη της αυλής στην πασχαλιά, που είχε ανθίσει τα μωβ λουλούδια και μοσχομύριζε.

Εμείς τα παιδιά κάναμε μεγάλες χαρές. Ακόμα και ο σκύλος μας ο Αζόρ χάρηκε και έγινε κι αυτός φίλος με το αρνί.

 

Η αλήθεια είναι ότι αυτό το αρνί ήταν πολύ όμορφο. Είχε κάτασπρο

αφράτο μαλλί σαν βαμβάκι. Ήταν τόσο ήσυχο, άκακο και χαριτωμένο.

Κι εμείς τα παιδιά, το παίρναμε και το κάναμε βόλτα στα χωράφια, να βοσκήσει, να πιει νερό, να παίξει μαζί μας.

Από το σχολείο ξέραμε και το ποίημα: 

 

“Αρνάκι άσπρο και παχύ, της μάνας του καμάρι,

εβγήκε εις την εξοχή, και στο χλωρό χορτάρι…”.

 

Οι μέρες όμως πέρασαν, ήλθε η Μεγάλη Εβδομάδα.

Τη Μεγάλη Δευτέρα, όπως έκαναν όλοι στο χωριό, ο παππούς έβαψε με κόκκινη μπογιά στο σβέρκο του αρνιού έναν σταυρό, σημάδι ότι είναι για σφάξιμο. Τα περισσότερα προβατάκια που ήταν έτσι σημαδεμένα το είχαν καταλάβει, ψυχανεμίζονταν το θάνατο, το μαχαίρι, και ήταν ανήσυχα.

 

Τη μεγάλη Πέμπτη πήγε και βρήκε τον καφετζή.

-              Δεν πιστεύω να με ξέχασες; Κοίτα μην τυχόν και δεν έλθεις…

-              Καλά, βρε αδερφέ, πώς κάνεις έτσι; Είπαμε. Θα έλθω!

-              Όχι «καλά»!  Πρέπει να ξέρεις ότι εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν έχω

σηκώσει μαχαίρι σε ζωντανό… Αύριο το πρωί, όπως είπαμε, θα σε περιμένω!

-              Μείνε ήσυχος. Πρωί-πρωί θα είμαι στο σπίτι σου. Πέντε λεπτά υπόθεση είναι. Ένα «χραπ», και τελειώσαμε…

 

Στο σπίτι μίλησε με τη γιαγιά.

-      Τα έβαψες τα κόκκινα αυγά;

-      Και βέβαια! Έκανα και τα τσουρέκια. Μοσχοβολάνε…

-      Και πώς θα το κάνουμε το αρνί;

-      Στη σούβλα. Όπως όλοι. Πήγαινε να φέρεις κληματόβεργες να έχουμε έτοιμες για τη θράκα. Αποβραδίς το Σάββατο εγώ θα ετοιμάσω τη μαγειρίτσα και λίγη γαρδούμπα. Έχω καλέσει και τους κουμπάρους με τα παιδιά. Θα περάσουμε καλά…

 

Ξημέρωσε την άλλη μέρα Μεγάλη Παρασκευή. Μουντή και συννεφιασμένη.

Μια παράξενη ησυχία επικρατούσε παντού, που την διέκοπτε κάθε λίγο και λιγάκι η πένθιμη καμπάνα που χτυπούσε λυπητερά.

 

Νταν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν   

Νταν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν

Νταν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν

 

Η γιαγιά είχε τις δικές της δουλειές, ασχολιόταν με τα λουλούδια. Έκοψε γαρίφαλα, βιολέτες και πασχαλιές για τον επιτάφιο, κι ετοίμαζε το σπίτι για τη Λαμπρή.

 

Ο παππούς όμως ήταν πολύ ανήσυχος. Σηκώθηκε πολύ νωρίς, μία ώρα

πριν από το ραντεβού, και περίμενε από στιγμή σε στιγμή να φανεί ο Αντρέας, ο καφετζής. Βγήκε στην αυλόπορτα και κοίταξε στον δρόμο.

Η ώρα περνούσε κι όλο μουρμούριζε και ανησυχούσε.

     

 Πέρασαν έτσι δύο ολόκληρες ώρες, όμως ο Αντρέας δεν ήρθε στο ραντεβού. Κάποια στιγμή η γιαγιά ήλθε και του λέει:

 

-    Δεν μπορούμε να περιμένουμε το φίλο σου. Πρέπει να το σφάξουμε μόνοι μας.

      -     Καλά, καλά. Πώς κάνεις έτσι;    Κάτι θα κάνουμε!

 

Πήγε πάλι στην αυλόπορτα, κι άρχισε να μουρμουρίζει,

 

-      Αχ, ρε Αντρέα… Τι μου κάνεις!...Το φοβόμουν εγώ ότι δε θα έλθεις! …

 

Φυσικά, ποτέ, μα ποτέ, δε θα το έσφαζε το αρνί μόνος του. Θεός φυλάξοι!

Μια φορά πήγε να σφάξει ένα κουνέλι, αλλά εκείνο το κατάλαβε, άρχισε να κλαίει και να βγάζει πραγματικά δάκρυα, συγκινήθηκε και το άφησε.

Μια άλλη φορά πάλι που ήταν κοντά όταν έσφαζαν μια κότα, μόλις πετάχτηκε το αίμα λιποθύμησε.

 

Κόντευε πια μεσημέρι και ο Αντρέας δεν φαινόταν. Τότε, λέει στη γιαγιά:

 

      -     Θα πάω σπίτι του να τον βρω.

 

Στο δρόμο συνάντησε έναν συγχωριανό.

 

-    Για πού το ‘βαλες; τον ρώτησε εκείνος.  Στενοχωρημένο σε βλέπω.

      -     Ναι, δεν είμαι καθόλου καλά.

      -     Τι έχεις;

      -     Έχω ένα αρνάκι. Ο Αντρέας ο καφετζής μου υποσχέθηκε να ‘ρθει να το σφάξει, αλλά δεν φάνηκε. Γι’ αυτό πάω τώρα να τον βρω.

      -     Δεν μπορείς να το σφάξεις μόνος σου;

      -     Εγώ; -  Θεός φυλάξει!  Πρέπει να ξέρεις ότι εγώ δεν έχω σηκώσει ποτέ μου μαχαίρι σε ζωντανό. Καλώς ή κακώς, δεν μπορώ να το κάνω αυτό.

 

       Ο Αντρέας καθόταν μακριά στην άλλη άκρη του χωριού. Σε όλη τη διαδρομή οι καμπάνες γέμιζαν τον αέρα με πένθιμο ήχο, του πλάκωναν την ψυχή.

Νταν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν   

Νταν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν

Νταν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν ν

 

 

            Όταν έφτασε στο σπίτι του Αντρέα ήταν άδειο. Απ’ το γείτονα έμαθε ότι είχε φύγει από νωρίς για την πόλη, χωρίς να πει πότε θα επιστρέψει.

 

            Πήρε το δρόμο πίσω με βαριά καρδιά.

 

Έτσι δύσκολα πέρασε η μέρα της Μεγάλης Παρασκευής.

 

Το βράδυ πήγαμε στον επιτάφιο. Ψυχική αγαλλίαση, όταν ακούγαμε τον ύμνο

 

Αι γενεαί πάσαι, ύμνον την ταφήν σου, προσφέρουσι Χριστέ μου…

 

Κι όλοι περιμέναμε το βράδυ της άλλης μέρας, Μεγάλο Σάββατο, να πάμε στην εκκλησία για την ανάσταση. Να γυρίσουμε κατόπιν σπίτι με αναμμένα τα άσπρα κεριά και να φάμε τη μαγειρίτσα.

 

Η γιαγιά ήταν πολύ καλή μαγείρισσα, την έκαμνε με ψιλοκομμένα συκωτάκια, άνιθο κι αυγολέμονο. Ύστερα θα τσουγκρίζαμε και τα αυγά.

 

Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη!

 

Και την άλλη μέρα, Κυριακή του Πάσχα, θα βοηθούσαμε κι εμείς τα παιδιά να γυρίζουμε από λίγο τη σούβλα με το αρνί.

 

Ήλθε λοιπόν και το Μεγάλο Σάββατο. Ο παππούς έβλεπε το αρνάκι  δεμένο στην πασχαλιά να βόσκει αμέριμνο.

 

-      Αχ,  τι κακό που με βρήκε,    αναστέναξε.

      

Μαζευτήκαμε κι εμείς τα παιδιά να δούμε τι θα γίνει. Όλοι σωπαίναμε.

Ξέραμε ότι κάτι πολύ σοβαρό θα γίνει. Καθίσαμε σε μιαν άκρη στην αυλή κοντά στο αρνί, και το παρακολουθούσαμε με τρομαγμένα μάτια.

Ο παππούς πήγαινε κι ερχόταν, χωρίς να ξέρει τι να κάνει.

Κάποια στιγμή έρχεται η γιαγιά και του λέει.

 

      -     Ήθελα να ΄ξερα. Τι περιμένεις; 

      -     Ποιος; Εγώ;

      -     Όχι, εγώ!

      -     Καλά, ντε!  Πώς κάνεις έτσι;

 

       Ένιωθε όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω του. Αναγκαστικά λοιπόν πήγε στην κουζίνα και είδε τα οικιακά σκεύη, τις κατσαρόλες, τη σούβλα, το μεγάλο μαχαίρι!

 

            Βγήκε γρήγορα και πήγε στο δρόμο. Αποφάσισε να πάει να παρακαλέσει ένα γείτονα. Ο γείτονας ήταν ακόμα με τις πιτζάμες. 

 

      -     Καλημέρα, γείτονα, καλή Ανάσταση!

      -     Καλημέρα, γείτονα.

      -     Θα μπορούσες να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη, γείτονα;

      -     Ευχαρίστως, αν περνά από το χέρι μου…

      -     Έχω ένα προβατάκι και δεν μπορώ να το σφάξω. Όχι τίποτ’ άλλο, είναι θηλυκό και το λυπάμαι, δε βαστώ. Μήπως θα μπορούσες;…

      -     Τι δηλαδή; Να το σφάξω;

      -     Ναι, αν σου είναι εύκολο.

      -     Αχ, γείτονα μου, δε θα το πιστέψεις. Εγώ δεν μπορώ να σκοτώσω

ούτε κουνούπι. Πρέπει να σου πω ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έχω σηκώσει μαχαίρι σε ζωντανό…

      

Ο παππούς στάθηκε κατάπληκτος.

-      Ώστε κι εσύ λοιπόν δεν μπορείς;  Τι μου λες, φίλε μου; Κι όμως δεν είναι τίποτα ξέρεις!  Πολύ εύκολο. Κάνεις μια έτσι, χραπ! κι όλα πάνε στο καλό. 

      -     Το ξέρω, το ξέρω, αλλά δεν μπορώ. Να, όπως δεν μπορείς κι εσύ..

 

Ο παππούς κοντοστάθηκε λίγο, και μετά έφυγε.

      -     Καλό Πάσχα φίλε μου, ό,τι επιθυμείς.

      -     Καλό Πάσχα, γείτονα μου, και με συγχωρείς…

 

       Γύρισε πίσω στο σπίτι και με γρήγορο και αποφασιστικό βήμα, μπήκε στην κουζίνα. Η γιαγιά κι εμείς τα παιδιά τον βλέπαμε με φόβο κι απορία, δεν ξέραμε τι θα κάνει.

Ύστερα από λίγο φάνηκε στην πόρτα. Ήτανε χλωμός και κρατούσε στο χέρι το μεγάλο μαχαίρι.

 

      Στάθηκε ένα-δυο λεπτά στο κατώφλι. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε μακριά, πέρα στον ορίζοντα. Σκεφτόταν τα παλιά, όταν ήταν φαντάρος στο στρατό, τις ασκήσεις με πραγματικά πυρά μάχης, το “βάφτισμα του πυρός” που λένε για να πάρουν οι στρατιώτες θάρρος. Σκεφτόταν τους ηρωϊκούς ατρόμητους προγόνους, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Αθανάσιο Διάκο…

Κατέβηκε βλοσυρός τις σκάλες και, περνώντας δίπλα απ’ τη γιαγιά πρόσταξε αυστηρά:

 

      -     Πάρε μέσα τα παιδιά!  Να μη βλέπουν!

 

Η γιαγιά τρομαγμένη, έκανε γρήγορα ό,τι της είπε και μας τράβηξε μέσα στο σπίτι. Ένας από εμάς τα παιδιά πρόλαβε να τη ρωτήσει:

 

      -     Τι θα κάνει, γιαγιά;  Θα το σφάξει;

      -     Σιωπή … Σιωπή!    Μπέστε γρήγορα μέσα να μη βλέπετε.

 

Τότε η μικρή Μαρία, που αγαπούσε πολύ το αρνάκι, άρχισε να κλαίει πολύ δυνατά με λυγμούς.

 

Ο παππούς σαν άκουσε το δυνατό κλάμα ένοιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν.

Βάζει δύναμη να προχωρήσει προς την πασχαλιά και το αρνάκι, αλλά τα πόδια του δεν υπακούν.

Πιέζει το μυαλό του να μη βλέπει το αρνί, να διώξει τις κακές σκέψεις, να σκέφτεται μόνο το χαρούμενο πασχαλινό τραπέζι.

Τα μάτια του πέφτουν στις κότες που τριγυρίζουν και κακαρίζουν αμέριμνες. Βλέπει το σκύλο, τον Αζόρ, ξαπλωμένο, ευτυχισμένο.

Πιο πέρα και η γάτα, τρίβεται κατευχαριστημένη στα κάγκελα.

Όσο για το αρνάκι, εκεί κοντά στην πασχαλιά, πανέμορφο, βόσκει αμέριμνο κι ευτυχισμένο.

 

            Αχ!  Τι ωραία που είναι έτσι η ζωή! …

            Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να θυσιάζονται τα αρνιά;

 

       Ξαφνικά, έκανε μεταβολή και μπήκε αποφασιστικά στο σπίτι.

Η γιαγιά κι εμείς τα παιδιά, τρομαγμένα και γαντζωμένα στη ποδιά της, τον περιμέναμε να μπει με ματωμένο κατακόκκινο το μαχαίρι, και τον κοιτάζαμε με φόβο, σαν να μπήκε μέσα ένας φονιάς.

 

      -     Άκου δω, γυναίκα,   της λέει.   Κάτι θα βρεθεί να φάμε κι εμείς…

Πάντως, πρέπει να σου πω ένα πράμα: εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν σήκωσα μαχαίρι σε ζωντανό! Το αρνί δεν το σφάζω!

Άκουσες;  ΤΟ  ΑΡΝΙ  ΔΕΝ  ΤΟ  ΣΦΑΖΩ!

Αυτός είμαι εγώ.  Αν σου αρέσω!

 

Κι έτσι όπως ήτανε στυλωμένος, ορμήσαμε εμείς τα παιδιά πάνω του

τον αγκαλιάσαμε με χαρούμενες φωνές.

 

Αυτός ένιωθε να ξαλαφρώνει, να φεύγει ένα πολύ μεγάλο βάρος από πάνω του, και να έρχεται η ψυχή του στη θέση της.

 

       Η γιαγιά δε μίλησε. Σηκώθηκε, πήγε πίσω στην άλλη άκρη του σπιτιού, στο κελάρι, να μη τη βλέπει και να μην την ακούει κανείς, κι εκεί την πήρανε τα γέλια. Μα κάτι γέλια…!

 

Πάσχα όμως χωρίς αρνί δεν γινόταν. Από κάπου έπρεπε να βρεθεί οπωσδήποτε.  Την λύση την έδωσε ο θείος Χαράλαμπος. Συνεννοήθηκε η γιαγιά μαζί του, κι αυτός έφερε ένα άλλο αρνί, σφαγμένο κι έτοιμο, με τη συκωταριά και τα όλα του.

Έτσι, μετά την ανάσταση όλοι φάγαμε τη νόστιμη μαγειρίτσα, τσουγκρίσαμε τα κόκκινα αυγά, και την άλλη μέρα στην αυλή βοηθήσαμε τον παππού στο ψήσιμο του αρνιού, γυρίσαμε κι εμείς από λίγο τη σούβλα.

 

Και το πιο ωραίο απ’ όλα. Είχαμε ζωντανό το όμορφο μας αρνί,

να παίζουμε μαζί του, και να το πηγαίνουμε να βοσκήσει στα πράσινα χωράφια.

Κι αυτό, σαν να καταλάβαινε. Ήταν τώρα πιο ζωηρό και παιχνιδιάρικο.

Σαν να είχε περάσει τη μεγαλύτερη μπόρα της ζωής του.

 

Σαν να είχε πεθάνει, κι αναστηθεί !

Ο επιτάφιος  υπο το φως του Ήλιου! Η περιφορά του,  που είναι μια νυχτερινή διαδικασία, όπως  όλες οι άλλες ακολουθίες της Μ.  Εβδομάδας, σε κάποια χωριά γίνεται  απόγευμα. Αυτό συμβαίνει γιατί σε αρκετές  περιπτώσεις δυο χωριά εξυπηρετούνται από έναν  ιερέα. Το ίδιο θα γίνει και το Μ. Σάββατο με την Ανάσταση, που δεν θα περιμένει τα μεσάνυχτα….

Στη Δάφνη από όπου και η φωτογραφία, την οποία ανάρτησε ο γνωστός για την πολύτιμη δράση του στο αγαπημένο του Χωριό, ο Παναγιώτης Σφυρής, η περιφορά του  Επιτάφιου ` έγινε την ώρα που οι πλαγιές των γύρω λόφων κρατούσαν ακόμη φώς από το Ηλιοβασίλεμα.

Παρασκευή, 06 Απριλίου 2018 11:44

ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ !!!

Το Παλλημνιακό Σχολικό Ταμείο και ο Σύλλογος Φίλων της Παλιάς Μητρόπολης, διοργανώνουν τριήμερες θρησκευτικές και μορφωτικές εκδηλώσεις, ως εξής:
1. Λαμπροδευτέρα 9-4-2018 και ώρα 18.30, Εσπερινός στο Ναό της Παναγιάς, στο Αγρόκτημα της Παλλημνιακής Μητρόπολης.
2. Λαμπροτρίτη 10-4-2018 και ώρα 07.30, Θεία Λειτουργία στον ίδιο Ναό.
3. Λαμπροτετάρτη 11-4-2018 και ώρα 19.30, μορφωτική εκδήλωση, με τίτλο «Καταλαβαίν’ς ρωμέϊκα;» και θέμα το λημνιακό γλωσσικό ιδίωμα, μέσα από τη ματιά και το λόγο του Χρήστου Κολλερού. Η εκδήλωση αυτή θα πραγματοποιηθεί στον πολυχώρο «Αποθήκη» στο λιμανάκι της Μύρινας.
Καλούμε όσους επιθυμούν να τις παρακολουθήσουν.
Καλό Πάσχα!!!

 

Ο Γιώργος Μαυρουδης, απο τη Ατσικη,  με τον οποίο είχα, θα έλεγα, μια ραδιοφωνική φιλία, καθώς σε κρίσιμες για τις καλλιέργειες εποχές πάντα με έπαιρνε τηλέφωνο για να μάθει με λεπτομέρειες  τον καιρό, από τον οποίο εξαρτούσε, διάφορες αγροτικές  εργασίες,  όπως το ράντισμα, τη λίπανση, το θέρισμα και το άπλωμα του  σανού κλπ.

Ήταν,    ως γεωργός,  αυτό που είναι πάντα ζητούμενο,  ένας προοδευτικός επαγγελματίας ,  καλά οργανωμένος,  γεμάτος  ενέργεια και αγάπη για την "ιερή" δουλειά του.  

Έφυγε ξαφνικά από τη ζωή και το έμαθα, οντάς στον "ΑΕΡΑ" του ΡΑΔΙΟ ΑΛΦΑ,  σε εκπομπή με θέμα ακριβώς τη γεωργία και κτηνοτροφία της Λήμνου.

Παραθέτω όσα έγραψε, για την απώλεια αυτή,   με το  πάντα ιδιαίτερο κείμενο,  ο  συγχωριανός  του  Σταύρος Τραγαρας, από το δημοσίευμα του οποίου, "κλέβω" και τη φωτογραφία. :   

Πέθανε χθες ο Γιώργος Μαυρουδής εξ Ατσικής Λήμνου, πολύ νέος ακόμα, 59 χρόνων, αλλά «ο χάρος δε βρίσκεται ποτέ καμπαχετλής», που έλεγε και η καημένη η μάνα μου. Λύγισε υπό το βάρος των χρονίων προβλημάτων υγείας, αυτός ο αγωνιστής της ζωής.

Στο μυαλό μου πάντα ήταν ένα παιδί. Άκακος και χαμογελαστός, όπως ακριβώς τα παιδιά, είχε κληρονομήσει πλουσιοπάροχα από τους γονείς του το Θανάση και τη Σοφία, αυτή τη φυσική καλοσύνη και αγαθότητα, όπως εξάλλου και τα αδέρφια του.

Μερακλής παραγωγός, και αρχοντάνθρωπος χουβαρντάς. Το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό και τα γλέντια με φίλους και συγγενείς ξακουστά. Κουβεντιάζαμε όποτε βρισκόμαστε. Ανταλλάσσαμε εμπειρίες για τα περιβόλια μας και τα ζώα μας, αν και εγώ ταπεινός ερασιτέχνης μπροστά του, μάλλον μάθαινα απ’ αυτόν. Ο Απρίλιος είναι ο καλύτερος μήνας για τα δέντρα, μου έλεγε. Και για τους αποχαιρετισμούς, Γιωργάκη.

Το καλοκαίρι τον είδα, δεν φαινόταν άσχημα, δεν κατάλαβα να μην είναι καλά. Θα πάω για ένα τελικό ρεκτιφιέ, θα βάλω τουμποφλό στις αρτηρίες, θα τις ανοίξω και μετά θα ζήσω ως τα εκατό, μου είπε με εκείνο το αστείρευτο χιούμορ του. Μπα, άλλος κανονίζει φίλε Γιώργο.

Ήταν πολύ υπερήφανος για τα προϊόντα που παρήγαγε. Πολύ υπερήφανος και για την οικογένειά του, τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες του, που λάτρευε. Και εμείς Γιώργο, φίλε, γείτονα και συγχωριανέ είμαστε πολύ υπερήφανοι για σένα. Να πας στο καλό. Θα σε θυμόμαστε πάντα, με εκείνο το παιδικό σου χαμόγελο.